Banner

DIMITRIOS GOUNARIS 1

 POSTED BY SPYROS PETER GOUDAS

 

(Πάτρα, 5 Ιανουαρίου 1867 – Γουδή, 15 Νοεμβρίου1922)

Έλληνας πολιτικός που διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Καταγόμενος από οικογένεια εμπόρων της Πάτρας, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο εξωτερικό και άσκησε με μεγάλη επιτυχία την δικηγορία. Εξελέγη βουλευτής Πατρών, αναμείχθηκε
στο σταφιδικό ζήτημα και εντάχθηκε σε μία ομάδα προοδευτικών βουλευτών αποκαλούμενη
«Ομάδα των Ιαπώνων».
Εν συνεχεία ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη
ενώ μετά το Κίνημα στου Γουδή ίδρυσε το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο και αποτέλεσε τον
βασικό φορέα του αντιβενιζελισμού.
Διετέλεσε για ένα βραχύ διάστημα υπηρεσιακός πρωθυπουργός και υπουργός σε κυβερνήσεις
που σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, μετά όμως την επιτυχή έκβαση του Κινήματος της Εθνικής Άμυνας και την φυγή της βασιλικής οικογένειας εξορίστηκε
στην Κορσική.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1919 για να συμμετάσχει ως ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος
στις εκλογές, στις οποίες και εξελέγη σχηματίζοντας λίγο αργότερα κυβέρνηση.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του αποφασίστηκε η συνέχιση της μικρασιατικής εκστρατείας,
η οποία και οδήγησε στην οικονομική χρεοκοπία, στην ήττα από τον τουρκικό στρατό και την
ανατροπή της κυβέρνησης. Μετά την εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος, παραπέμφθηκε
μαζί με άλλα κυβερνητικά στέλεχη σε έκτακτο στρατοδικείο και στις 15 Νοεμβρίου 1922
εκτελέστηκε. Ανηψιός του ήταν ο, μετέπειτα πρωθυπουργός, Παναγιώτης Κανελλόπουλος

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν γιος του Παναγιώτη Γούναρη, εύπορου σταφιδεμπόρου με
καταγωγή από το Άργος, και της Μαρίας το γένος Αλεξοπούλου.

Φοίτησε στο λύκειο Πράπα και Γκιαούρη και μιλούσε ήδη από την παιδική του ηλικία γαλλικά και ιταλικά χάρις στη βοήθεια της Ιταλίδας παιδαγωγού Λαφφόν.

Αποπεράτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Α΄ Γυμνάσιο Πατρών και το 1884 εγγράφηκε
στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ' όπου αποφοίτησε με άριστα το 1889,
αποκτώντας παράλληλα και τον τίτλο του διδάκτορος της νομικής επιστήμης.

Συμπλήρωσε τις σπουδές του σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπου παρέμεινε για τρία χρόνια.
Ειδικότερα, παρακολούθησε μαθήματα νομικής στα γερμανικά πανεπιστήμια της Λειψίας,
του Μονάχου, της Γοτίγγης και της Χαϊδελβέργης, έπειτα μαθήματα πολιτικών επιστημών & κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και του Λονδίνου.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό τελειοποίησε τς γνώσεις του στη
γαλλική γλώσσα ενώ έμαθε αγγλικά και γερμανικά. Στη Γερμανία ήρθε για πρώτη φορά
σε επαφή με τον μετέπειτα πρωθυπουργό και στενό του φίλο Παναγή Τσαλδάρη.

Λόγω της χρεοκοπίας του οικογενειακού εμπορικού οίκου, συνεπεία της σταφιδικής κρίσης
που ξέσπασε την ίδια εποχή στην Ελλάδα, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Πάτρα 

Μετά την επιστροφή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του ασχολήθηκε με την δικηγορία, όπου
διέπρεψε κυρίως λόγω της ρητορικής του δεινότητας. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό
που συνέβη στην κηδεία του Πατρινού πολιτικού Θάνου Κανακάρη-Ρούφου, του οποίου
εκφώνησε τον επικήδειο, όταν ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης τον πλησίασε
και του είπε «είσθε απαραίτητος για το κοινοβούλιο, κύριε Γούναρη»

Πολιτική σταδιοδρομία

Για πρώτη φορά πολιτεύθηκε στις 17 Νοεμβρίου του 1902 με ανεξάρτητο συνδυασμό, οπότε
και εκλέχτηκε. Οι απόψεις του θεωρήθηκαν ιδιαίτερα προοδευτικές αφού πρότεινε μέτρα
για την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας και τον εκσυγχρονισμό
της δημόσιας διοίκησης. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση του να πολιτευτεί διαδραμάτισε
η ομάδα «των γοβιών», όπως αποκλήθηκε από τον λαό, η οποία αποτελούνταν από
επαγγελματίες, ανεξάρτητους από τις κομματικές εξαρτήσεις, οι οποίοι συγκεντρώνονταν
στην οικία του συμβολαιογράφου Αντωνόπουλου στη πλατεία Γεωργίου.

Στη συγκεκριμένη ομάδα προσχώρησε ο Γούναρης, ύστερα από πρόσκληση του φίλου του, Κωνσταντίνου Φιλόπουλου, παππού του μετέπειτα προέδρου της Δημοκρατίας,
Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου. Η εκλογή του αλλά και οι απόψεις του προκάλεσαν το
ενδιαφέρον του εκδότη της εφημερίδας «Ακρόπολις», Γαβριηλίδη, ο οποίος απέστειλε τον
έγκριτο δημοσιογράφο Σταμάτη Λύτρα για να αποσπάσει συνέντευξη του Γούναρη, η οποία
και δημοσιεύθηκε σε τρία φύλλα της «Ακροπόλεως» στις 12, 13 και 14 Νοεμβρίου του 1902.

Στις 17 Μαΐου του 1903, στη συζήτηση του νόμου για την κύρωση της συμβάσεως του μονοπωλίου της σταφίδας που είχε φέρει στη βουλή η κυβέρνηση Δηλιγιάννη,
ο Γούναρης διαφώνησε και εκφώνησε θαυμαστό για την εποχή λόγο που ανάγκασε την
κυβέρνηση μετά από λίγες μέρες, και εξαιτίας των αντιδράσεων για τον νόμο αλλά και της
διαφωνίας του  Αλέξανδρου Ζαΐμη, σε παραίτηση. Ο νόμος αφορούσε τη σύναψη, μεταξύ του ελληνικού κράτους και ομάδας Βρετανών κεφαλαιούχων, συμφωνίας για τη μονοπώληση
του εμπορίου ελληνικής σταφίδας για είκοσι χρόνια.

Στις εκλογές του 1905 συνεργάστηκε με το Θεοτοκικό κόμμα αλλά συνάντησε την αντίσταση
των σταφιδοπαραγωγών με αποτέλεσμα να μην εκλεγεί.
Στις εκλογές όμως του Μαρτίου του 1906, και αφού είχε προηγηθεί η τραγική δολοφονία του Θεόδωρου Δηλιγιάννη, κατάφερε να επανεκλεγεί με το Θεοτοκικό κόμμα.
Τον Ιούνιο του 1906 δημιουργήθηκε η γνωστή πολιτική «ομάδα των Ιαπώνων», η οποία
ονομάστηκε έτσι από τον εκδότη της «Ακροπόλεως»Βλάση Γαβριηλίδη, λόγω της
μαχητικότητάς της που ομοίαζε κατά τον Γαβριηλίδη με τη μαχητικότητα των Ιαπώνων
στρατιωτών κατά τον την εποχή εκείνη διεξαγόμενο Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο

Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από τους Στέφανο Δραγούμη, Δημήτριο Γούναρη, 
Εμμανουήλ ΡέπουληΠέτρο ΠρωτοπαπαδάκηΧαράλαμπο ΒοζίκηΑπόστολο Αλεξανδρή
και Ανδρέα Παναγιωτόπουλο. Αρχηγός τέθηκε ο Στέφανος Δραγούμης, κυρίως λόγω
του κύρους του αλλά ουσιαστικός καθοδηγητής ήταν ο Γούναρης.

Η δράση των Ιαπώνων ενόχλησε τον Γεώργιο Θεοτόκη που διαβλέποντας την επικείμενη
κρίση προσπάθησε να προσεταιριστεί μερικούς από αυτή την πολιτική ομάδα.
Προσέφερε υπουργικά αξιώματα στον Γούναρη, τον Πρωτοπαπαδάκη και στον Ρέπουλη. 
Οι δύο πρώτοι δέχτηκαν με αποτέλεσμα η ομάδα των Ιαπώνων να εξουδετερωθεί πολιτικά.

Έτσι τον Ιούνιο του 1908 ανέλαβε το υπουργείο οικονομικών. Τον Φεβρουάριο του 1909,
και αφού είχε συνειδητοποιήσει ότι η συνεργασία του ήταν αδύνατη, υπέβαλε την παραίτηση.
Με την εκδήλωση του κινήματος του στρατιωτικού συνδέσμου ο Γούναρης, ο οποίος εκείνη την
εποχή βρισκόταν στην Ιταλία, εναντιώθηκε κατά μια άποψη διατηρώντας σταθερά αρνητική θέση.

Η διαφωνία του δεν ήταν ιδεολογική αλλά θεσμική αφού δεν συμφωνούσε με την επέμβαση του στρατού στις πολιτικές εξελίξεις. Έμεινε λοιπόν πιστός στις ιδέες του παρά τις προσπάθειες του στρατιωτικού συνδέσμου να τον εντάξει στο κυβερνητικό σχήμα.
Συγκεκριμένα, μέσω ενός αντιπροσώπου του συνδέσμου, του προτάθηκε να συμμετάσχει στην κυβέρνηση, ακόμη και ως επικεφαλής της, αλλά απάντησε αρνητικά στην πρόταση αυτή λέγοντας: «Πρέπει να έλθω δια του λαού». Κατά μια άλλη άποψη ο Γούναρης υποστήριξε τους αξιωματικούς, θεωρήθηκε δε από τον τύπο της εποχής πνευματικός πατέρας των αξιωματικών
του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Υποστηρίζεται δε και ότι πριν κληθεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος,
αυτός καθοδηγούσε πολιτικά τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο.

Η άφιξη όμως του Βενιζέλου σε συνδυασμό με φήμες περί εναντίωσης του Γούναρη στην
απόφαση των αξιωματικών να αναγκάσουν σε παραίτηση τον Κωνσταντίνο Α΄ σταδιακά τον απομάκρυναν από τον κύκλο των αξιωματικών του Συνδέσμου.

Στις εκλογές το 1910 εκλέχτηκε με άνεση βουλευτής Πατρών με την υποστήριξη του
Θεοτοκικού κόμματος. Στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου που ακολούθησαν τον ίδιο χρόνο,
ο Γούναρης δεν έθεσε υποψηφιότητα εξαιτίας των αποφάσεων των τριών παλαιών κομμάτων, Θεοτοκικού, Μαυρομιχαλικού & Ραλλικού, να μην συμμετάσχουν στις εκλογές.

Στις 25 Δεκεμβρίου του 1911 πραγματοποιήθηκε μυστική συγκέντρωση στην οικία του Ηλία
Σισίνη στην Γαστούνη υπό την παρουσία του Γούναρη, του Πρωτοπαπαδάκη, του Τσαλδάρη κ.α.
όπου αποφασίστηκε η δημιουργία μιας πολιτικής ομάδας που θα στηριζόταν σε κοινή ιδεολογία.

Σύγκρουση με τον Βενιζέλο

Στις εκλογές του Μαρτίου 1912 ο Γούναρης μόλις και μετά βίας κατάφερε να εκλεγεί
βουλευτής Πατρών, εξαιτίας της ανετοιμότητάς του και της επιτυχίας του κόμματος
των Φιλελευθέρων, το οποίο κέρδισε τις 151 από τις 181 βουλευτικές έδρες.

Η πρώτη σοβαρή πολιτική σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου και Γούναρη πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1913 με κύριο θέμα τους χειρισμούς της κυβέρνησης Βενιζέλου στην
εξωτερική πολιτική που αφορούσαν τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο.
Αφορμή στάθηκε η δήλωση Βενιζέλου, κατόπιν συναντήσεως με την επιτροπή κατοίκων
Ανατολικής Μακεδονίας, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για βάναυση συμπεριφορά Βουλγάρων
στρατιωτών εναντίον τους, ότι «Εάν οι Έλληνες εκ των υποδούλων περιέλθουν υπό την
κυριαρχίαν τινός των συμμάχων κρατών όπως κατ' ανάγκην θα περιέλθωσιν, η κυβέρνησις
θα πράξει ό,τι είναι δυνατόν να περιέλθωσιν λιγότερον»
.

Ο Γούναρης κατηγόρησε τον Βενιζέλο ότι είχε αφήσει ανενημέρωτη την εθνική αντιπροσωπεία
σχετικά με την πορεία των εξωτερικών πραγμάτων και ότι δεν είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα της Ελλάδας, και συγκεκριμένα των Ελλήνων κατοίκων της υπόδουλης Μακεδονίας, απέναντι στις
ιμπεριαλιστικές βλέψεις της τότε συμμάχου Βουλγαρίας.

Στις 21 Ιουνίου του 1913, ημέρα κήρυξης πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας,
ο Γούναρης επισήμανε στη Βουλή ότι ο πόλεμος ήταν απότοκο της λανθασμένης προσέγγισης
της κυβέρνησης Βενιζέλου προς αυτήν της Βουλγαρίας.
Στους επόμενους μήνες η διαμάχη των δύο αυτών αντρών επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα,
εσωτερικής πολιτικής, σχετικά με διάφορες αυθαιρεσίες της κυβέρνησης, ζήτημα το οποίο
τόνισε ιδιαίτερα ο Γούναρης στη συνεδρίαση της Βουλής την 22α Νοεμβρίου κατά την οποία καυτηρίασε την κίνησή της να καταφύγει στην έκδοση αναγκαστικών διαταγμάτων χωρίς
την έγκριση της ίδιας της Βουλής, με την σύναψη δανείων, όπως η συζήτηση της 23ης
Δεκεμβρίου που αφορούσε σύναψη δανείου 500 εκατομμυρίων δραχμών κ.α.

Λίγο πριν την έκρηξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, ο Γούναρης είχε μια τελευταία σύγκρουση
στη Βουλή, αυτή τη φορά για την παραχώρηση στην Αλβανία της νήσου της Σάσσωνος 
στον κόλπο της Αυλώνας, η οποία κατά την άποψή του ήταν καίριας στρατηγικής σημασίας 

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και πρώτη πρωθυπουργία

Λίγους μήνες αργότερα, στις 15 Ιουνίου/28 Ιουνίου του 1914, δολοφονήθηκε από τον Σερβο εθνικιστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ ο Αρχιδούκας της Αυστρίας και διάδοχος του θρόνου 
Φραγκίσκος Φερδινάνδος στο Σαράγεβο, πόλη που ανήκε τότε στην Αυστροουγγαρία.

Η Αυστρία απηύθυνε τελεσίγραφο στη Σερβία, η οποία το απέρριψε.
Τα γεγονότα προχώρησαν με ταχύ ρυθμό και στις 22 Ιουλίου η Αγγλία εισήλθε στον πόλεμο.
Η Ελλάδα αρχικά τήρησε ουδέτερη στάση αλλά ήταν ξεκάθαρη η διχογνωμία απόψεων
μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου.

Ο Βενιζέλος υποστήριζε την Αντάντ, δηλαδή τη Γαλλία, τη Ρωσία και την Αγγλία,
ο Κωνσταντίνος A΄ όμως λόγω και της συγγένειας του με την γερμανική αυτοκρατορική
οικογένεια εμπιστευόταν την κατ' αυτόν γερμανική υπεροχή. Με αφορμή επιστολή-απάντηση
του Βασιλιά σε ερώτημα του Άγγλου ναυάρχου Καρ, η οποία κατά τον Βενιζέλο υποδήλωνε
μεταβολή της συμφωνημένης εξωτερικής πολιτικής υπέβαλε την παραίτηση του στις
25 Αυγούστου. Ο Βασιλιάς όμως αρνήθηκε να κάνει δεκτή την παραίτηση του.

Η ρήξη όμως ήταν προδιαγεγραμμένη. Η απομάκρυνση του φιλοβασιλικού Γεωργίου Στρέϊτ,
υπουργού επί των εξωτερικών, η παύση του υποστράτηγου Βίκτωρος Δούσμανη 
από την αρχηγία του επιτελείου και τέλος η άρνηση του Βασιλιά να ικανοποιήσει το αίτημα
για συμμετοχή της Ελλάδας στις επιχειρήσεις των Δαρδανελλίων επέφερε το τέλος της
συνεργασίας Βενιζέλου-Βασιλιά, το οποίο επισημοποιήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1915,
όταν υπέβαλε την παραίτηση του, η οποία και έγινε δεκτή.

Η στάση του Γούναρη όλων αυτών τον καιρό ήταν απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις
αν και σε στενό κύκλο συνεργατών είχε δηλώσει ότι προτιμούσε την ουδετερότητα,αν
και σύμφωνα με τον μετέπειτα πρόεδρο της βουλής  Κωνσταντίνο Ζαβιτσάνο,
ο Γούναρης είχε πειστεί από τον Ιωάννη Μεταξά για την υπεροχή της Γερμανίας.

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1915, και αφού είχε παραιτηθεί η κυβέρνηση Βενιζέλου,
ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ πρότεινε στον Αλέξανδρο Ζαΐμη την πρωθυπουργία, και κατόπιν αρνήσεως του στον Στέφανο Σκουλούδη.
Ύστερα και από την άρνηση του τελευταίου απευθύνθηκε στον Δημήτριο Γούναρη,
ο οποίος στις 24 Φεβρουαρίου σχημάτισε κυβέρνηση αναλαμβάνοντας παράλληλα και
το υπουργείου Στρατιωτικών.

Μια εκ των πρώτων κινήσεών του ως πρωθυπουργού ήταν να προχωρήσει στη διάψευση δημοσιευμάτων ότι διαπραγματευόταν την παραχώρηση τμήματος του ελληνικού κράτους
με αντάλλαγμα τη Σμύρνη αφήνοντας όμως αιχμές για την στάση του Βενιζέλου. 
Ο τελευταίος, με επιστολή του προς τον υπουργό των εξωτερικών 
Γεώργιο Χρηστάκη - Ζωγράφο, διέψευσε οποιαδήποτε εμπλοκή του σε τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις για να διαψευστεί, όμως, λίγο αργότερα από τον ίδιο τον Γούναρη,
ο οποίος με ανακοίνωσή του αποκάλυψε ότι σε υπομνήματα του απερχόμενου πρωθυπουργού προβλεπόταν η παραχώρηση συγκεκριμένων τμημάτων του ελληνικού κράτους στη Βουλγαρία.

Ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να παραδεχθεί την αλήθεια των λεγομένων του Γούναρη
κατηγορώντας τον όμως για την χρήση εμπιστευτικών εγγράφων για αντιπολιτευτικούς
λόγους αλλά και για την δημοσιοποίηση των ελληνικών διεκδικήσεων. 
Η τελευταία φαίνεται να είχε όντως αρνητικές επιπτώσεις στον μικρασιατικό ελληνισμό λόγω
του εκτοπισμού χιλιάδων Ελλήνων που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1915.

Στις εκλογές του Μαΐου ο Γούναρης πολιτεύθηκε με το κόμμα των Εθνικοφρόνων,
το οποίο ο ίδιος είχε ιδρύσει. Η ενασχόληση του όμως με την διακυβέρνηση του κράτους
δεν του επέτρεψε να δείξει την απαιτούμενη προσοχή με αποτέλεσμα να υποστεί
συντριπτική ήττα από το κόμμα των Φιλελευθέρων. 
Συγκεκριμένα έλαβε 95 βουλευτικές έδρες έναντι 185 του κόμματος του Βενιζέλου.
Αρνήθηκε να υποβάλει αμέσως την παραίτηση του, επικαλούμενος την κατάσταση υγείας
του Βασιλιά, ενώ παράλληλα ο Βασιλιάς παρέτεινε για ένα μήνα την έναρξη των εργασιών
της νέας Βουλής, δημιουργώντας έντονες αντιδράσεις από την πλευρά των Φιλελευθέρων.

Τελικά στις 4 Αυγούστου ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση, αφού η προηγούμενη κυβέρνηση
είχε παραιτηθεί πέντε μέρες νωρίτερα. Στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ εκλογών και
κυβέρνησης Βενιζέλου, ο Γούναρης είχε αναλάβει και το υπουργείο εξωτερικών,
ύστερα από την παραίτηση Ζωγράφου.

Ο Εθνικός Διχασμός

Μετά την άνοδο Βενιζέλου, και λόγω του κινδύνου επίθεσης της Βουλγαρίας, η κυβέρνηση
κήρυξε γενική επιστράτευση, η οποία επικρίθηκε από τον Γούναρη.
Η αποβίβαση ταγμάτων στρατού από πλευράς Γαλλίας και Αγγλίας στη Θεσσαλονίκη και
η χλιαρή στάση της κυβέρνησης έδωσαν το έναυσμα για την αρχή του λεγόμενου
Εθνικού διχασμού.
Ο Γούναρης, στη συνεδρίαση της βουλής στις 21 Σεπτεμβρίου του 1915, αφού σχολίασε τα
γεγονότα, ξεκαθάρισε την θέση του λέγοντας: «Η φυσική πολιτική μιας χώρας, όταν έτερα
κράτη συμπλέκονται προς άλληλα, είναι η πολιτική της ουδετερότητας...
Η πολιτική του πολέμου ενδείκνυται μόνον προς αποτροπήν κινδύνου των ζωτικών συμφερόντων της χώρας, ενδείκνυται μόνον προς προστασίαν των υπερτάτων αυτής συμφερόντων»

Ο Βενιζέλος απαντώντας, τόνισε ότι μια επικείμενη συμμαχία με την Αντάντ θα ωφελούσε την
Ελλάδα ενώ απέρριψε την πρόταση ουδετερότητας.
Στο τέλος της συζήτησης, πραγματοποιήθηκε η ψηφοφορία για ψήφο εμπιστοσύνης,
η οποία έληξε υπέρ της κυβέρνησης Βενιζέλου.

Ο Βασιλιάς κάλεσε αμέσως μετά τον πρωθυπουργό και τον επέπληξε για την πρωτοβουλία
που πήρε μόνος του. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε και ο βασιλιάς απευθύνθηκε στον αρχηγό της αντιπολίτευσης, Δημήτριο Γούναρη,ο οποίος δεν θέλησε να αναλάβει την πρωθυπουργία
φοβούμενος ακραίες καταστάσεις.Έτσι ο Βασιλιάς κάλεσε τον Αλέξανδρο Ζαΐμη.

Στην κυβέρνηση Ζαΐμη χρημάτισε υπουργός εσωτερικών. Στις 21 Οκτωβρίου του 1915,
μετά από ένα επεισόδιο του Βενιζέλου με τον υπουργό στρατιωτικών Ιωάννη Γιαννακίτσα,
ο Βενιζέλος ζήτησε την άμεση αποπομπή του από την κυβέρνηση
.
Σύντομα όμως επεκτάθηκε και σε άλλα ζητήματα θίγοντας κυρίως τα εξωτερικά.
Ο Γούναρης αφού έλαβε τον λόγο ξεκαθάρισε για άλλη μια φορά τη θέση του λέγοντας
χαρακτηριστικά ότι «η διαφορά της γνώμης μεταξύ ημών και υμών είναι μέγιστη».
 
Τελικά η κυβέρνηση καταψηφίστηκε, και κλήθηκε να αναλάβει την πρωθυπουργία ο 
Στέφανος Σκουλούδης, ο οποίος όμως δεν κατόρθωσε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης.

Οι εκλογές προκηρύχθηκαν για την 6η Δεκεμβρίου του 1915, στις οποίες όμως αρνήθηκε να συμμετάσχει το κόμμα των Φιλελευθέρων.
Τις εκλογές κέρδισε ο Γούναρης αλλά κυβέρνηση σχημάτισε ο Σκουλούδης, στην
οποία ο Γούναρης μετείχε αρχικά ως υπουργός επί των εσωτερικών και αργότερα,
λόγω του θανάτου του Γεωργίου Θεοτόκη, ως υπουργός οικονομικών.

Στις 8 Ιουνίου παραιτήθηκε η κυβέρνηση Σκουλούδη και σχηματίστηκε νέα την επόμενη μέρα
από τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, η οποία παραιτήθηκε στις 29 Αυγούστου, λόγω του κινήματος της 
«Εθνικής Αμύνης»που είχε ξεσπάσει στη Θεσσαλονίκη.
Το σχηματισμό κυβέρνησης ανέλαβε ο Νικόλαος Δημητρακόπουλος, ο οποίος δήλωσε
αδυναμία με αποτέλεσμα να αναλάβει ο Νικόλαος Καλογερόπουλος.

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1916 ο Βενιζέλος μαζί με τον Παύλο Κουντουριώτη και τον
Παναγιώτη Δαγκλή εγκαθίδρυσε την προσωρινή κυβέρνηση της Τριανδρίας στη Θεσσαλονίκη, απαιτώντας την είσοδο της χώρας στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Ουσιαστικά η χώρα είχε διαιρεθεί στα δύο, στην κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης και
σε αυτή των Αθηνών.
Στις 27 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση Καλογερόπουλου παραιτήθηκε και σχηματίστηκε νέα 
από τον Σπυρίδωνα Λάμπρο.
Μερικές μέρες αργότερα, στις 4 Νοεμβρίου εισέβαλαν γαλλικά στρατεύματα στην Αθήνα
και τον Πειραιά αλλά απωθήθηκαν. Ταυτόχρονα φιλοβασιλικοί πραγματοποίησαν βιαιότητες
εναντίον των Βενιζελικών, γεγονότα τα οποία έμειναν γνωστά ως Νοεμβριανά.
Έξι μέρες αργότερα οι σύμμαχοι ενεργοποίησαν γενικό αποκλεισμό της Ελλάδας.

Ο ρόλος του Γούναρη στα Νοεμβριανά είναι διφορούμενος. Από πολλούς κατηγορείται ότι
ήταν ο ιδρυτής των επιστράτων, σώμα απλών πολιτών, οπαδών του Βασιλιά, που κατά την
περίοδο των Νοεμβριανών προέβησαν σε καταστροφές, ξυλοδαρμούς κ.α. εναντίον
φιλοβενιζελικών.Ο ίδιος απαντούσε χαρακτηριστικά «ουδόλως συνδέεται».
Γεγονός είναι ότι η συμμετοχή του δεν αποδείχτηκε και ότι ουσιαστικός αρχηγός των
επιστράτων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς καθώς και ο Ιωάννης Σαγιάς, πιθανότατα συγγενής
του γαμπρού του Γούναρη, Νικολάου Σαγιά.
Η στάση του Γούναρη δεν μπορεί να θεωρηθεί θετική μπροστά στις αυθαιρεσίες των
επιστράτων αλλά ούτε αρνητική. Προτίμησε κυρίως να κρατήσει μια μετριοπαθή στάση
έτσι ώστε να μην έρθει σε σύγκρουση με το παλάτι.

Η κυβέρνηση μπροστά στην απειλή λιμοκτονίας του πληθυσμού εξαιτίας του ναυτικού
αποκλεισμού αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να αποσύρει τα στρατεύματα της προς την Πελοπόννησο.
Οι Γάλλοι εν τω μεταξύ κατέλαβαν την Αθήνα και τον Πειραιά. Στις 21 Απριλίου του 1917
η κυβέρνηση Λάμπρου παραιτήθηκε και ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης.

Στις 29 Μαΐου ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ παραιτήθηκε από τον θρόνο υπέρ του γιου του Αλέξανδρου, ύστερα από πιέσεις των συμμάχων και υπό την απειλή των γαλλικών
στρατευμάτων. Ήταν θέμα χρόνου η τοποθέτηση Βενιζέλου στην εξουσία. 

 ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

 

POSTED BY SPYROS PETER GOUDAS

Banner Banner Banner